νάκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
νᾰκα-
ονομαστική νάκη αἱ νάκαι
      γενική τῆς νάκης τῶν νακῶν
      δοτική τῇ νάκ ταῖς νάκαις
    αιτιατική τὴν νάκην τὰς νάκᾱς
     κλητική ! νάκη νάκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  νάκ
γεν-δοτ τοῖν  νάκαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
νάκη < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

νάκη θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]